Παίρνοντας θάρρος από διάφορα κινήματα που έχουν κάνει την εμφάνισή τους τον τελευταίο καιρό αποφάσισα και εγώ να κάνω το δικό μου outting, ΝΑΙ λοιπόν φοράω Crocs και τα γουστάρω με τρέλα.

Η ιστορία μου ξεκινά όπως των περισσοτέρων in girls στα late 20’s τους.

Ζώ στο σπίτι με τη μαμά Αριστέα και τον μπαμπά Αργύρη στα προάστεια των Αθηνών και ως μοναχοκόρη έχω τελειώσει ιδιωτικό σχολείο, με τα αγγλικά και τα ski μου και φυσικά ακολουθώ όλες τις fashion bloggers από το ολοκαίνουργιο iphone μου, ευγενική χορηγεία του Αργύρη.

Είμαι στην ηλικία αυτή που η μαμά μου δε με θεωρεί πλέον το κοριτσάκι της αλλά σαν την πρώτη επιλλαχούσα για το ράφι που μέχρι πρόσφατα είχε την φωτογραφία μου με το μοναδικό μετάλλιο που είχα κερδίσει στη ζωή μου στο πανσχολικό πρωτάθλημα κολύμβησης στην 3η δημοτικού. Θεωρεί άλλωστε οτι οι μέχρι τώρα σχέσεις μου με “μαλλιάδες” και τύπους τίγκα στα tattoo με οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια σε αυτό που εκείνη θεωρεί καταστροφή μου.

Μέχρι που μια μέρα γνώρισα το Γιάννη (οχι Μπάμπη, οχι Λευτέρη, εναν απλό Γιάννη), κουστουμάτο τύπο της διαφήμισης με sneakers, γένια 3 ημερών και το δικό του mini clubman, ο πρώτος που είχε την πλήρη αποδοχή της Αριστέας. “Πρόσεχε μην τα τινάξεις όλα στον αέρα” μου έλεγε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ανελλειπώς λές και το είχε βάλει υπενθύμιση στο κινητό της.

Και στους έξι μήνες γνωριμίας μας και τρελής καψούρας ο Γιαννης και εγώ αποφασίζουμε να περάσουμε τις καλοκαιρινές μας διακοπές στη Μύκονο σε ένα ειδυλλιακό boutique hotel στον Πάνορμο.

Η βαλίτσα μου όπως καταλαβαίνετε περιέχει όλες τις τελευταίες τάσεις της μόδας, τα peep-toe μου, τα δίπατα sneakers μου για πιο casual εμφανίσεις. Ώσπου φτάνουμε στο νησί και μέσα σε ένα κλιμα ευφορίας αποφασίζουμε να πάμε στην πιο in παραλία του νησιού, ξέρετε από αυτές με τις ξαπλώστρες που η τιμή τους αλλάζει αναλογα με το υλικό κατασκευής, την εγγύτητά τους στα γαλάζια νερά του Αιγαίου και την εθνικότητα του bartender που θα σε σερβίρει.

Ζώ το απόλυτο όνειρο ώσπου γυρνάω και βλέπω το “ΘΕΟ” μου Γιάννη να φοράει στα υπέροχα γυμνασμένα πόδια του CROCS.

Προσπάθοντας να ηρεμήσω του εξηγώ ότι ένοιωσα μια ξαφνική ζαλάδα ενώ στο μυαλό μου τριγυρνά η Αριστέα και η ρήση της της ΠαρασκευοΤετάρτης.

Του λέω “Αγάπη μου τι φοράς?” Η απάντηση σοκαριστική: “Μα φυσικά Crocs. Δοκίμασέ τα, μόλις τα βάλεις δε θα θες να ξαναφορέσεις άλλο παπούτσι”

Εγώ με το τέλειο πεντικιούρ μου, το ταφτάνι να αγκαλιάζει το ποδαράκι μου θα βάλω αυτό το κακάσχημο παπούτσι?

Η μαμά Αριστέα σαν νεραϊδούλα κάνει και πάλι την εμφάνιση της και με πείθει.

Βγάζω το 300€ παπούτσι μου με το άψογο ύψος και βάζω το δεξί μου πόδι στο τρυπητό αυτό παπούτσι προσέχοντας να μη φανούν στο Γιάννη τα πραγματικά μου αισθήματα.

Το πόδι γλυστράει και η αίσθηση της ξινίλας υποχωρεί ενστικτωδώς. Τα ποδαράκια μου αισθάνονται μια ύποπτη ανακούφιση, τα δάχτυλα μου δεν πιέζονται το ένα πάνω στο άλλο, απλώνονται μέσα σε αυτό το περίεργο παπούτσι και η αίσθηση όταν το περπατάω δε συγκρίνεται με το σύνηθες “κουβαλάω τσιμέντο” όταν σηκώνω τα πόδι μου.

Η ένοχη αυτή απόλαυση μου εξελίχθηκε σε μανία και με την επιστροφή μου στην Αθήνα μπαίνω με προσοχή σε μικρά μαγαζιά για να μη γίνω αντιληπτή και τα αγοράζω σε όλα τα χρώματα.

Κάθε μέρα περπαντώντας στους κακοτράχηλους δρόμους του κέντρου της Αθήνας ονειρεύομαι τη στιγμή που θα απαλλάξω τα ποδαράκια μου από τα βάναυσα “in” δωδεκάποντα και τις πλατφόρμες που με κάθε μου κίνηση γυμνάζουν τους τετρακέφαλούς μου και θα βάλω τα αναπαυτικά μου Crocs και θα αισθανθώ πάλι σαν παιδί που περπατά ανάλαφρα.

Φέτος πήρα λοιπόν τη μεγάλη απόφαση: Τα Crocs μου και εγώ θα βγούμε στο φώς, θα κυκλοφορούμε στις παραλίες χωρίς να αισθανόμαστε τύψεις.

Εγώ και ο Γιάννης μου θα προχωράμε μαζί με τα Crocs στα πόδια μας.